Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Παιδική ζωή και γονίδια

Γεια σας φίλες και φίλοι μου
Σε πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences διαπιστώθηκε πως συνθήκες της παιδικής ζωής, επηρεάζουν γονίδια που έχουν σχέση με την δημιουργία φλεγμονής στον οργανισμό (αντίδραση στρες), κάνοντας τα άτομα να είναι πιο επιρρεπή σε ασθένειες στην ενήλικη ζωή τους. 
Τέτοιες συνθήκες βρέθηκαν να είναι η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της
οικογένειας, η απουσία ενός ή και των δύο γονέων, ακόμη και η εποχή γέννησης του παιδιού…
Αυτό το τελευταίο δεν είναι η πρώτη φορά που διαπιστώθηκε. Πως, δηλαδή, η εποχή του έτους κατά την οποία γεννήθηκε ένα άτομο, μπορεί να έχει επιπτώσεις στη λειτουργία των γονιδίων που έχουν σχέση με το ανοσοποιητικό του σύστημα και επομένως στην υγεία του. Έχει διαπιστωθεί και με άλλες μελέτες

Δεν αλλάζει βέβαια ο βασικός γενετικός μας κώδικας. Όμως οι συνθήκες της ζωής μας (όπως πολλές φορές σας έχω εξηγήσει) μπορούν να αλλάξουν την λειτουργία γονιδίων μας, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο, όπως έχει διαπιστωθεί από την καινούργια επιστήμη της Επιγενετικής.
Οι άσχημες συνθήκες της παιδικής μας ζωής, μπορούν επομένως να αλλάξουν τη λειτουργία κάποιων γονιδίων μας και να μας κάνουν πιο ευάλωτους στα διάφορα νοσήματα.
Η επιγενετική όμως, δεν λειτουργεί μόνον αρνητικά. Οι αλλαγές στη λειτουργία των γονιδίων μπορεί να είναι και θετικές (βελτίωση της λειτουργίας τους), αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές.

Δεν είμαστε, δηλαδή, θύματα της παιδικής μας ηλικίας, ευτυχώς. 
Αν το γνωρίζουμε αυτό και μάθουμε έγκαιρα το πώς πρέπει να ζούμε και να σκεπτόμαστε προκειμένου να βελτιώσουμε τη λειτουργία των γονιδίων που κληρονομήσαμε,  μπορούμε να πάρουμε την υγεία και τη ζωή στα χέρια μας. Αυτό είναι το καταπληκτικό μήνυμα της νέας αυτής επιστήμης της Επιγενετικής και είναι χρέος, όσων ασχολούνται με τα θέματα της υγείας, να ενημερώσουν τον κόσμο γι αυτό.

Με αγάπη

Δημοσίευση σχολίου

Αποποίηση ευθύνης


Κάθε ιατρική πληροφορία που δημοσιεύεται σε αυτή την
ιστοσελίδα δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν υποκατάστατο ιατρικής συμβουλής και θα
πρέπει πάντα να συμβουλεύεστε σχετικά τον
γιατρό σας, που γνωρίζει την συνολική κατάσταση της υγείας σας.