Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Ολιστική ενοποιημένη ιατρική ή (26)


Λήψη βιταμίνης C. Ναι ή όχι ?

Γεια σας φίλες και φίλοι μου
Όπως σας έχω εξηγήσει αναλυτικά στο εκπαιδευτικό βίντεο που αναφέρεται στο στρες και τις επιδράσεις του στον οργανισμό, τα διάφορα στρες της ζωής κάνουν να παράγονται σε αυξημένες ποσότητες από τα κύτταρά μας κάποια μόρια που λέγονται ελεύθερες ρίζες οξυγόνου. Τα μόρια αυτά δεν έχουν ηλεκτρική ισορροπία γιατί τους λείπει ένα ηλεκτρόνιο. Προκειμένου λοιπόν να σταθεροποιηθούν και πάλι ηλεκτρικά, πηγαίνουν και κολλάνε επάνω σε διάφορα άλλα μόρια του οργανισμού (χοληστερίνη, κ.λπ) για να μοιραστούν μαζί τους το ηλεκτρόνιο που τους λείπει. Αυτή η ένωση είναι όμως καταστροφική για τα άλλα μόρια (τα οξειδώνει), και αυτό δημιουργεί διάφορα προβλήματα στην λειτουργία του οργανισμού.
Προκειμένου λοιπόν να αντιμετωπίσει κανείς τα στρες της ζωής, χρειάζεται εκτός των άλλων, και πηγές ηλεκτρονίων, (αντιοξειδωτικές ουσίες) που θα δώσουν στις ελεύθερες ρίζες τα ηλεκτρόνια που αυτές χρειάζονται για να σταθεροποιηθούν ηλεκτρικά, και δεν θα χρειαστεί να κολλήσουν αυτές σε άλλα μόρια του οργανισμού και να τα καταστρέψουν.

Μία πολύ καλή πηγή ελευθέρων ηλεκτρονίων είναι και η βιταμίνη C. Είναι δηλαδή αυτή μία πολύ καλή αντιοξειδωτική ουσία. Είναι όμως μία βιταμίνη που δεν την παράγει ο οργανισμός.  Πρέπει να την πάρει είτε με την τροφή είτε σαν χάπι.
Ενώ όμως οι βιομηχανίες παρασκευής βιταμινών καθώς και οι διάφορες εναλλακτικές θεραπείες προτείνουν την λήψη της, σε μεγάλες δόσεις, σαν βοηθητική στην θεραπεία πολλών νοσημάτων, από το απλό κρυολόγημα μέχρι τον καρκίνο, η κλασική ιατρική με τις έρευνές της δεν φαίνεται να συμφωνεί σε αυτό.

Παλαιότερη έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό  J Am Coll Nutr. 2003 Feb;22(1):18-35. λέει, πως επειδή οι επιπτώσεις του στρες στα διάφορα μόρια του οργανισμού (η οξείδωσή τους δηλαδή από τις ελεύθερες ρίζες) δεν έχει ακόμη μελετηθεί καλά, δεν είναι εύκολο να πει κανείς εάν τα θετικά αποτελέσματα στην υγεία και την μακροζωία που παρατηρούνται στις διάφορες έρευνες με διατροφή πλούσια σε φρούτα και λαχανικά μπορεί να αποδοθεί στην βιταμίνη C ή σε άλλους παράγοντες. Προτείνουν λοιπόν οι ερευνητές αυτοί, να γίνουν περισσότερες έρευνες ως προς το θέμα της δόσης της βιταμίνης που χρειάζεται, καθώς και τις καταστάσεις οξειδωτικού στρες για τις οποίες αυτή είναι κατάλληλη σαν θεραπεία.

Ωστόσο πρόσφατα, κάποιοι ερευνητές, μελέτησαν αναδρομικά, 72 εργασίες που είχαν γίνει κατά καιρούς επάνω στο θέμα της δράσης της βιταμίνης αυτής στο κοινό κρυολόγημα και κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: Η βιταμίνη C έχει μία μέτρια επίδραση στη διάρκεια του κρυολογήματος, αλλά δεν έχει επίδραση στην αποφυγή της έναρξής του (στο να μην νοσήσει δηλαδή κανείς), εκτός από τα άτομα που είχαν κάποιο έντονο φυσικό στρες (αθλητές κ.λπ). Σε αυτά τα άτομα η λήψη βιταμίνης C έδρασε προφυλακτικά για το κρυολόγημα.

Προκειμένου να έχετε όμως μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για όσα έχουν μέχρι τώρα μελετηθεί για τη δράση της βιταμίνης C στον οργανισμό, πρέπει να σας αναφέρω και μία ακόμη μελέτη που έγινε σε ανδρικό πληθυσμό, και έδειξε πως η λήψη της βιταμίνης αυτής σε δόση 1 γραμ. την ημέρα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, οδήγησε στις διπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάσουν πέτρες στους νεφρούς όσοι την έπαιρναν, σε σχέση με αυτούς που δεν έπαιρναν αυτή την βιταμίνη.

Μπορεί η λήψη χαπιών της βιταμίνης να οδηγεί σε τέτοια αποτελέσματα, σίγουρα όμως, δεν έχει τέτοια αποτελέσματα η κατανάλωση τροφών που την περιέχουν. Το λεμόνι, συγκεκριμένα, που είναι μία από τις καλύτερες πηγές της βιταμίνης αυτής, είναι ένας από τους καλύτερους φρουρούς της υγείας μας.
Η συχνή χρήση του αλκαλοποιεί επίσης τον οργανισμό, πράγμα που προστατεύει την υγεία μας από όλα τα νοσήματα.

Ένα ποτήρι χυμός λεμονιού σε ένα μπουκάλι νερό πηγής, που καταναλώνεται μέσα στο 24ωρο, είναι ένας πολύ καλός τρόπος αλκαλοποίησης του οργανισμού, για τη προστασία του τόσο από κολικούς νεφρού (που οφείλονται σε πέτρες ή άμμο) όσο και από τον καρκίνο.
Με αγάπη

Δημοσίευση σχολίου

Αποποίηση ευθύνης


Κάθε ιατρική πληροφορία που δημοσιεύεται σε αυτή την
ιστοσελίδα δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν υποκατάστατο ιατρικής συμβουλής και θα
πρέπει πάντα να συμβουλεύεστε σχετικά τον
γιατρό σας, που γνωρίζει την συνολική κατάσταση της υγείας σας.