Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Γιατί δεν αντιδρούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο στα στρες ; (47)


Η ψυχολογία προσπαθεί, όπως όλες οι επιστήμες να βάλει κανόνες, και να βρει μία κοινή αντιμετώπιση  των ψυχικών προβλημάτων για όλους του ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί, όπως φαίνεται, γιατί όσον αφορά την ανθρώπινη ψυχολογική κατάσταση, τα πράγματα γίνονται πολύ προσωπικά και δύσκολα μπορούν να γενικευθούν.
Το τι αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος στη ζωή του, εξαρτάται από τον ίδιο. Από την συνείδησή του. Από το πώς αντιλαμβάνεται, δηλαδή, ερμηνεύει και αντιμετωπίζει συναισθηματικά τις καταστάσεις.
Έτσι, μία κατάσταση που για κάποιον μπορεί να είναι καταστροφική και να του
δημιουργήσει πολλές φοβίες και ψυχολογικά προβλήματα, κάποιου άλλου μπορεί να βελτιώσει τη ζωή, κάνοντάς τον πολύ πιο δυνατό, να εκτιμάει περισσότερο τις φιλίες, τις συγγενικές του σχέσεις και τη ζωή γενικότερα.

Η λύση στα προβλήματα τα ψυχολογικά δεν βρίσκεται δηλαδή στα συμβάντα που κάποιο άτομο αντιμετώπισε στη ζωή του, αλλά στο πώς εκείνο τα ερμήνευσε αυτά, πώς αισθάνθηκε και πώς τα αντιμετώπισε.
Η αντίδραση, βέβαια στα συμβάντα, εξαρτάται από την κληρονομικότητα, από την ψυχική κατάσταση της μητέρας του κατά την κυοφορία του, μια που οι δικές της ορμόνες που παράγονται από τα διάφορα συναισθήματά της μεταφέρονται με το αίμα της στο έμβρυο, αλλά και από τον τρόπο που αντιμετωπίσθηκε σαν παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Σε αυτά τα πρώτα χρόνια της ζωής, όπως δείχνουν οι έρευνες, δημιουργούνται οι συνθήκες ευαισθησίας ή αντοχής στα στρες της ζωής.
Σε αυτά τα πρώτα παιδικά χρόνια, κρύβεται το μυστικό του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται κάποιος, σαν ενήλικας, τις καταστάσεις γύρω του και τα συναισθήματα που αυτές του προκαλούν.
Όλα αυτά αφορούν την αντίδραση στο στρες, με την οποία ασχολούμαι εδώ και χρόνια  και έχουν μελετηθεί αρκετά καλά, στην εποχή μας.

Αυτά σκεφτόμουν, όταν διάβασα τα αποτελέσματα μιας καινούργιας έρευνας που δημοσιεύθηκε στο  περιοδικό Experimental Brain Research, (volume 233), στην οποία μελετήθηκαν οι εγκέφαλοι κάποιων Αμερικανών βετεράνων, 106 από τους οποίους είχαν παρουσιάσει μετατραυματικό σύνδρομο (PTSD) και 193 δεν είχαν παρουσιάσει τέτοιο σύνδρομο.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως στον εγκέφαλο των βετεράνων που δεν είχαν παρουσιάσει πρόβλημα, υπήρχε μία διαφοροποίηση στην νευρική δραστηριότητα της μεσότητας του μετωπιαίου λοβού, μιας περιοχής που είναι υπεύθυνη για την λήψη αποφάσεων σχετικά με τα ρίσκα, την ανταμοιβή και την μνήμη. Η διαφοροποίηση αυτή δεν παρατηρήθηκε στον εγκέφαλο των βετεράνων που είχαν παρουσιάσει μετατραυματικό σύνδρομο.
Αυτή η διαφορά, κατά τους ερευνητές, μπορεί να ερμηνεύσει την εμφάνιση του μετατραυματικού συνδρόμου στους 106 βετεράνους.
Σε αυτούς, δηλαδή, η έλλειψη διαφοροποίησης της νευρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου τους πιθανόν να δηλώνει κάποιο κόλλημα στην αντίδραση διαχείρισης του συναισθήματος του φόβου.  Αυτό το «κόλλημα» θα μπορούσε στη συνέχεια, (όπως λένε οι ερευνητές) να μειώσει την ικανότητα κάποιου να διαχειριστεί το τραύμα του με κάποιο τρόπο που να οδηγεί σε ανάπτυξη του εγκεφάλου του.

Οι πιο πάνω σκέψεις των ερευνητών, ταιριάζουν απόλυτα με όσα ανέφερα πιο πάνω. Πως δηλαδή, οι συνθήκες γέννησής και ανατροφής μας, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, δημιουργούν την κατάσταση με την οποία ο εγκέφαλός μας αντιμετωπίζει, στη συνέχεια, τα στρες της ζωής. Αυτό μπορεί να εξηγήσει το γιατί άλλοι, στην ενήλικη ζωή τους, αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα θετικά και εξελίσσεται με αυτό η λειτουργία του εγκεφάλου τους και κάποιοι άλλοι μένουν "κολλημένοι" στο πρόβλημα με άσχημες επιδράσεις στην υγεία τους.

Εκεί νομίζω, λοιπόν, θα πρέπει να στραφούν οι έρευνες εκείνων που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις διαφορετικές συμπεριφορές των ατόμων στις παρόμοιες δύσκολες  καταστάσεις της ενήλικης ζωής τους.
Και η εκπαίδευση  στη σωστή αντιμετώπιση των στρες της ζωής, δεν θα πρέπει να λείπει από καμία θεραπεία ψυχολογική και μη.

Με αγάπη

Δημοσίευση σχολίου

Αποποίηση ευθύνης


Κάθε ιατρική πληροφορία που δημοσιεύεται σε αυτή την
ιστοσελίδα δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν υποκατάστατο ιατρικής συμβουλής και θα
πρέπει πάντα να συμβουλεύεστε σχετικά τον
γιατρό σας, που γνωρίζει την συνολική κατάσταση της υγείας σας.